ProoAcademy

Όλα τα νέα για τους ΜΙΚΡΟΥΣ μιας ΜΕΓΑΛΗΣ ομάδας
 
ΦόρουμΗμερολόγιοΕικονοθήκηΣυχνές ΕρωτήσειςΑναζήτησηΚατάλογος ΜελώνΟμάδες ΜελώνΕγγραφήΣύνδεση

Μοιραστείτε | 
 

 Φέρεντς Πούσκας

Πήγαινε κάτω 
ΣυγγραφέαςΜήνυμα
ProoAcademy
Admin
avatar

Αριθμός μηνυμάτων : 117
Ημερομηνία εγγραφής : 29/11/2010

ΔημοσίευσηΘέμα: Φέρεντς Πούσκας    Δευ Ιαν 31, 2011 7:34 am

Φέρεντς Πούσκας



O ποδοσφαιριστής που έκανε την Ουγγαρία "υπερήφανη"

Ο Φέρεντς Πούσκας υπήρξε ένας από τους κορυφαίους ποδοσφαιριστές όλων των εποχών και είναι ομολογουμένως ο πιο γνωστός Ούγγρος στον πλανήτη. Το προσωνύμιό του ήταν «Ο καλπάζων συνταγματάρχης». Οι μαγικές ντρίμπλες του και τα γκολ με το αριστερό πόδι άφησαν εποχή. Έγραψε χρυσές σελίδες στην ιστορία του παγκοσμίου ποδοσφαίρου με την πρώτη του ομάδα, την Χόνβεντ, με την εθνική ομάδα της Ουγγαρίας και με τη Ρεάλ Μαδρίτης, ενώ ως προπονητής οδήγησε το 1971 τον Παναθηναϊκό, στην μεγαλύτερη επιτυχία που είχε ποτέ Ελληνικός σύλλογος στην Ευρώπη: στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών.
Ο Φέρεντς Πούσκας Μπιρό γεννήθηκε στις 2 Απριλίου του 1927 στη Βουδαπέστη και από μικρός έδειξε την κλίση του στο ποδόσφαιρο. Εντάχθηκε στις ποδοσφαιρικές ακαδημίες της Κίσπεστ Χόνβεντ, λίγο πριν από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, το 1939, όπου προπονητής της ομάδας ήταν ο πατέρας του. Στα 16 του ανήκε στην πρώτη ομάδα της Χόνβεντ, και γρήγορα έγινε βασικό και αναντικατάστατο μέλος της. Έδωσε το πρώτο του ματς στην Α΄ Εθνική στις 5 Δεκεμβρίου του 1943. Δύο χρόνια μετά, στις 20 Αυγούστου 1945, έκανε το ντεμπούτο του με την εθνική Ουγγαρίας, στο πρώτο της παιχνίδι μεταπολεμικά, με την Αυστρία. Το παιχνίδι αυτό έληξε 5-2 υπέρ της Ουγγαρίας και ο νεαρός Πούσκας συνέβαλε τα μέγιστα σ’ αυτό, βάζοντας το πρώτο γκολ και πραγματοποιώντας εξαιρετική εμφάνιση.
Το 1948 με την Χόνβεντ, αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ σημειώνοντας 50 γκολ. Το γεγονός αυτό τον ανέδειξε επίσης πρώτο σκόρερ σε όλη την Ευρώπη. Το 1949, επί κομμουνιστικής διακυβέρνησης, την Χόνβεντ την ανέλαβε διοικητικά ο Ουγγρικός Στρατός. Όλοι οι ποδοσφαιριστές της έγιναν αξιωματικοί. Ο Πούσκας απέκτησε τον βαθμό του Συνταγματάρχη, απ' όπου προέκυψε και το γνωστό προσωνύμιό του. Την χρονιά αυτή ο Πούσκας, σημείωσε στο πρωτάθλημα 31 γκολ.

Το 1952 με την εθνική Ουγγαρίας, ο Πούσκας, που ήταν και ο αρχηγός της ομάδας, κατέκτησε το χρυσό Ολυμπιακό μετάλλιο το στο Ελσίνκι, αγωνιζόμενη στον τελικό με την ομάδα της τότε Γιουγκοσλαβίας. (Από τότε η ομάδα ονομάστηκε «Αράντσιπατ», που σημαίνει «χρυσή ομάδα» στα ουγγρικά).Το 1953 η «Αράντσιπατ» νίκησε με σκορ 6-3 την μέχρι τότε αήττητη Αγγλία μέσα στο Γουέμπλεϊ, σ’ ένα φιλικό παιχνίδι. Σε αυτό το παιχνίδι ο Πούσκας σημείωσε 2 γκολ. Το πρώτο τέρμα το έβαλε κάνοντας μια εκπληκτική ενέργεια απέναντι στο αντίπαλό του, τον Μπίλι Ράιτ, που προσπάθησε να του κάνει τάκλιν αλλά απέτυχε κι έτσι ο Ούγγρος άσος σούταρε με το αριστερό μια βολίδα στο γάμα της εστίας. Το παιχνίδι αυτό έγινε παρουσία 100.000 εμβρόντητων θεατών. Τότε ήταν που ο Πούσκας έγινε παγκοσμίως γνωστός και καθιερώθηκε ως μία από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες του αθλήματος εντός και εκτός Ουγγαρίας. Την επόμενη χρονιά στη Βουδαπέστη, η εθνική ομάδα της Ουγγαρίας νίκησε και πάλι την Αγγλία με σκορ 7-1, με τον Πούσκας να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο. Επίσης την ίδια χρονιά, το 1954, η ίδια ομάδα έπαιξε στα τελικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Ελβετίας και ήταν το φαβορί για την κατάκτηση του τροπαίου, αφού ήταν αήττητη από το 1950. Στα πρώτα δύο ματς, η ομάδα πέτυχε 17 γκολ. Πρώτα ήταν το 9-0 επί της Νότιας Κορέας και ακολούθησε το 8-3 επί της Δυτικής Γερμανίας. Όμως στον αγώνα αυτό ο Πούσκας τραυματίστηκε από τον Γερμανό μέσο Βέρνερ Λίμπριχ. Έτσι δεν αγωνίστηκε στον προημιτελικό με την Βραζιλία, ένα παιχνίδι που έμεινε στην ιστορία ως η "Μάχη της Βέρνης", λόγω των επεισοδίων που έγιναν μεταξύ των ποδοσφαιριστών, εντός του αγωνιστικού χώρου. Οι Ούγγροι τελικά νίκησαν με σκορ 4-2, ενώ το ίδιο σκορ (μετά από παράταση) σημειώθηκε και στον ημιτελικό με την παγκόσμια πρωταθλήτρια του 1950, Ουρουγουάη, σ’ έναν αγώνα όπου επίσης δεν αγωνίστηκε ο Πούσκας. Ο τελικός με αντίπαλο την αντίπαλο τη Δυτική Γερμανία, έμεινε στην ιστορία ως «Το θαύμα της Βέρνης», επειδή οι Γερμανοί ανέτρεψαν το εις βάρος τους 2-0 και νίκησαν τους Ούγγρους με 3-2, σημειώνοντας την μεγάλη έκπληξη. Σε αυτόν τον αγώνα ο Πούσκας αγωνίστηκε χωρίς να είναι απολύτως έτοιμος, μετά από τον τραυματισμό του. Συμπαίκτες του σε αυτήν την ομάδα ήταν οι Ζόλταν Τσίμπορ, Σάντορ Κόκτσις , Σάντορ Μπόζικ (συμπαίκτες του στην Χόνβεντ) και Νάντορ Χιντεγκούτι (ΜΤΚ Βουδαπέστης). Οι σπουδαίοι αυτοί ποδοσφαιριστές συνετέλεσαν στο να δημιουργηθεί μια από τις καλύτερες ομάδες στην ιστορία του παγκοσμίου ποδοσφαίρου. Με την Εθνική Ουγγαρίας είχε συνολικά 85 συμμετοχές στις οποίες σημείωσε 84 γκολ, αναλογία μοναδική στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο.

Ο Πούσκας αγωνίσθηκε με την Χόνβεντ έως το 1956 κατακτώντας 5 πρωταθλήματα (1949, 1950, 1952, 1954, 1955) και σημειώνοντας 357 γκολ σε 354 αγώνες, γκολ που τον έχρησαν για τέσσερις χρονιές πρώτο σκόρερ στο Ουγγρικό πρωτάθλημα. Τα χρόνια αυτά, που οι θεσμοί των διεθνών κυπέλλων σε συλλογικό επίπεδο δεν είχαν καθιερωθεί ακόμη, η Χόνβεντ αποτέλεσε ότι καλύτερο είχε να επιδείξει η Ευρώπη ποδοσφαιρικά.Το 1956 οι αλλαγές στα πολιτικά σκηνικά των χωρών της ανατολικής Ευρώπης είναι σε εξέλιξη. Οι Ούγγροι πολίτες, με την σειρά τους επαναστατούν κατά του κομουνιστικού καθεστώτος. Οι Σοβιετικοί προσπαθώντας να καταπνίξουν το κίνημα εισβάλουν στην Βουδαπέστη, χρησιμοποιώντας στρατιωτικά μέσα. Οι εξελίξεις είναι δραματικές. Τα τανκς παρελαύνουν στους δρόμους και σκορπούν το θάνατο. Αυτά τα τραγικά γεγονότα βρίσκουν τον Πούσκας και τους συμπαίκτες του από την Χόνβεντ, να παρακολουθούν τις εξελίξεις από μακριά. Είναι η πρώτη χρονιά που στην Ευρώπη έχει καθιερωθεί ο θεσμός του Κυπέλλου Πρωταθλητριών και οι Ούγγροι άσοι βρίσκονται στο Μπιλμπάο της Ισπανίας, προκειμένου να αγωνισθούν με την τοπική ομάδα, την Αθλέτικ. Ο πρώτος αγώνας στο Μπιλμπάο έληξε με νίκη των Βάσκων με σκορ 2-0, ενώ ο επαναληπτικός, λόγω των γεγονότων, διεξήχθη στις Βρυξέλλες. Το παιχνίδι έληξε ισόπαλο με σκορ 3-3 και έτσι η Χόνβεντ αποκλείστηκε. Μετά τον αγώνα του Βελγίου, αρκετοί από τους Ούγγρους ποδοσφαιριστές αποφάσισαν να μην επιστρέψουν στην πατρίδα τους κι έτσι εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία για να βρουν άσυλο σε κάποια άλλη χώρα, όπου δεν θα κινδύνευαν. Ο «καλπάζων συνταγματάρχης» ήταν ένας από αυτούς και αποφασίζει να αναζητήσει ομάδα σε άλλη χώρα της Ευρώπης. Στην αρχή κατέφυγε στην Αυστρία, αλλά δεν κατάφερε να πάρει άδεια για να αγωνιστεί στο πρωτάθλημα της χώρας, αφού είχε τιμωρηθεί από την ΟΥΕΦΑ για δύο χρόνια. Η αιτία ήταν η αποστασία του. Στην πατρίδα, το καθεστώς τον κήρυξε λιποτάκτη, αφού αποχώρησε από τον σύλλογο του στρατού, ενώ ο ίδιος φοβήθηκε να επιστρέψει, αφού κινδύνευε η ζωή του. Λίγο αργότερα βρέθηκε πολύ κοντά στην Ισπανική Εσπανιόλ και μάλιστα αγωνίσθηκε και σε κάποια φιλικά. Τελικά όμως δεν έμεινε ούτε εκεί. Ταξίδεψε στην Ιταλία, όπου δοκιμάστηκε στην Γιουβέντους και στη Μίλαν, ωστόσο κι εκεί δεν έγινε αποδεκτός λόγω του αντιποδοσφαιρικού παρουσιαστικού του -είχε πάρει κιλά- αλλά και της ηλικίας του. Στα 30 του χρόνια, αρκετοί ήταν αυτοί που πίστευαν ότι δεν θα μπορούσε να επιστρέψει στην κατάσταση που ήταν πριν τα γεγονότα του 1956.
Το 1957 φθάνει στην Ελλάδα μαζί με τον Σάντορ Κόσιτς και τον γκολκίπερ Γκιούλα Γκρόσιτς. Και οι δύο πρώην συμπαίκτες του, λιποτάκτες και αυτοί από το Ουγγρικό καθεστώς. Οι Ούγγροι ποδοσφαιριστές συζητούν με τον Δημήτρη Καρελά, πρόεδρου του Εθνικού. Ο ήδη πολύ καλός Εθνικός εκείνη τη περίοδο, διεκδικούσε το πρωτάθλημα και μια τέτοια ενίσχυση θα τον μετέτρεπε σε σούπερ-ομάδα. Ο Ολυμπιακός, ο Παναθηναϊκός και η ΑΕΚ προβάλλουν αντιρρήσεις και χαρακτηρίζουν τον Εθνικό ως επαγγελματικό σωματείο αν πραγματοποιήσει τις μεταγραφές των τριών αστέρων. Το Υπουργείο Εξωτερικών επίσης, αντιδρά σε αυτήν την κίνηση του Εθνικού, η οποία διατάρασσε τις σχέσεις με τη Σοβιετική Ενωση. Η ΕΠΟ μάλιστα τιμωρεί τον Εθνικό με ένα χρόνο αποκλεισμό και το σωματείο του Πειραιά τίθεται εκτός από τη διεκδίκηση του τίτλου εκείνης της περιόδου. Έτσι το Ελληνικό ποδόσφαιρο, χάνει την ευκαιρία να έχει στις τάξεις του έναν παίκτη της αξίας του Πούσκας.

Φτάνουμε στο 1958, ο Πούσκας είχε κλείσει τα 31 όταν αποκτήθηκε από την Ρεάλ Μαδρίτης όπου την τεχνική ηγεσία έχει αναλάβει ο πρώην προπονητής του από την Χόνβεντ, Εμιλ Οστράικερ και η Ισπανική ομάδα είχε ήδη αρχίσει να κυριαρχεί στο Ευρωπαϊκό ποδοσφαιρικό προσκήνιο. Εκεί βρήκε δύο ισάξιους παρτενέρ, τον Αλφρέδο ντι Στέφανο και τον Ραϊμόν Κοπά και μαζί τους πανηγυρίζει την κατάκτηση του Κυπέλλου Πρωταθλητριών το 1959 και το 1960. Την πρώτη χρονιά ήταν τραυματίας κι έχασε τον τελικό με τη Ρεμς, αλλά το 1960 έδωσε το παρών κι έγραψε ιστορία. Στο "Χάμπντεν Παρκ" της Γλασκόβης, βρέθηκαν περισσότεροι από 130.000 φίλαθλοι για να παρακολουθήσουν τον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών μεταξύ Ρεάλ και της Αϊντραχτ Φρανκφούρτης. Το τελικό σκορ 7-3 προήλθε από τέσσερα γκολ του Πούσκας και τρία γκολ του Ντι Στέφανο και παραμένει το μεγαλύτερο σκορ σε αγώνα τελικού της διοργάνωσης. Επίσης ο "Καλπάζων Συνταγματάρχης" είναι ο μοναδικός ποδοσφαιριστής που έχει πετύχει τέσσερα γκολ σε τελικό του κυπέλλου Πρωταθλητριών. Ο Ούγγρος παραβρέθηκε και στον τελικό του 1962, όμως η Ρεάλ έχασε 5-3 από την Μπενφίκα. Και τα τρία γκολ της Ισπανικής ομάδας τα σημείωσε ο Πούσκας.
Συνολικά, με τη φανέλα της Ρεάλ κατέκτησε πέντε πρωταθλήματα, και αναδείχθηκε τέσσερεις φορές πρώτος σκόρερ του Ισπανικού πρωταθλήματος, σημειώνοντας 156 γκολ σε 180 αγώνες , ενώ στην Ευρώπη σκόραρε 35 φορές σε 39 ματς και για δυο χρονιές ανεδείχθη πρώτος σκόρερ στο Κύπελλο Πρωταθλητριών. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Ισπανία πήρε την Ισπανική υπηκοότητα και με την εθνική ομάδα έλαβε μέρος στα τελικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1962 στην Χιλή. Σ’ αυτή την διοργάνωση αγωνίστηκε σε τέσσερα ματς χωρίς να πετύχει γκολ. Στην Ρεάλ παρέμεινε μέχρι το τέλος της καριέρας του κατακτώντας και το Κύπελλο Πρωταθλητριών του 1966. Κατά τα χρόνια της παραμονής του στην Ισπανία σάρωσε τους τίτλους τόσο στις εγχώριες, όσο και στις διεθνείς διοργανώσεις: 5 Πρωταθλήματα Ισπανίας, 1 Κύπελλο Ισπανίας, 3 Κύπελλα Πρωταθλητριών και 1 Διηπειρωτικό.
Ο Φέρεντς Πούσκας σταματώντας την καριέρα του ως ποδοσφαιριστής, σε ηλικία περίπου 40 ετών, ακολούθησε προπονητική καριέρα. Παρά το γεγονός ότι δεν θεωρήθηκε ποτέ σπουδαίος προπονητής, εργάστηκε για περίπου 20 χρόνια με αυτή την ιδιότητα, σημειώνοντας μάλιστα και κάποιες επιτυχίες. Το μεγαλύτερο επίτευγμά του ήταν η συμμετοχή με τον Παναθηναϊκό στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών Ευρώπης το 1971, όπου η ελληνική ομάδα έχασε 2-0 από τον Άγιαξ του Ρίνους Μίχελς, στο Γουέμπλεϊ. Για να φτάσει σε αυτή την μεγάλη επιτυχία η ομάδα του «τριφυλλιού» απέκλεισε κατά σειρά την Ζενές Ες, την Σλόβαν Μπρατισλάβας, την Έβερτον και τον Ερυθρό Αστέρα, φτάνοντας έτσι στην μεγαλύτερη διάκριση στην ιστορία της. Το 1972, ο Παναθηναϊκός επιλέχθηκε να εκπροσωπήσει την Ευρώπη στο Διηπειρωτικό Κύπελλο ενάντια στην πρωταθλήτρια της Νότιας Αμερικής, Νασιονάλ του Μοντεβίδεο στην Ουρουγουάη. Στον πρώτο αγώνα στην Αθήνα, ο αγώνας έληξε ισόπαλος με σκορ 1-1, αλλά στο δεύτερο αγώνα στο Μοντεβίδεο η Ελληνική ομάδα ηττήθηκε με σκορ 2-1. Στον Παναθηναϊκό ο Πούσκας είχε έρθει το 1969 και έμεινε έως το 1974 κατακτώντας δύο πρωταθλήματα. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1978, βρέθηκε ξανά στην Αθήνα και εργάσθηκε για μία σεζόν (1978-79) στην ΑΕΚ. Ο «δικέφαλος» κατέκτησε το πρωτάθλημα και ο Πούσκας μοιράστηκε τον τίτλο μαζί με τον Ανδρέα Σταματιάδη, που τον διαδέχθηκε στα μέσα της αγωνιστικής περιόδου. Τότε μάλιστα, ήταν αυτός που φρόντισε για την μεταγραφή του Μίμη Δομάζου στην ΑΕΚ, με τον οποίο είχαν τις καλύτερες σχέσεις, τις οποίες είχαν κρατήσει από τότε που ήταν μαζί στον Παναθηναϊκό. Αξίζει να σημειωθεί ότι το 1989 βρέθηκε σε ακόμα μία ελληνική ομάδα, εκτός Ελλάδας όμως, αυτή τη φορά. Πρόκειται για την Ελλάς Μελβούρνης, μια ομάδα που αποτελείτο από Έλληνες ομογενείς. Στην ομάδα αυτή παρέμεινε για τρία χρόνια, μέχρι το 1992. Τη σεζόν 1990-91, κατέκτησε το πρωτάθλημα Αυστραλίας. Αυτός ήταν και ο τελευταίος του σύλλογος. Είχαν προηγηθεί αρκετές ομάδες σε όλον τον κόσμο, ωστόσο μόνο σε αυτές που είχαν το ελληνικό στοιχείο κατάφερε να σημειώσει επιτυχίες...


Με τον Τάκη Αντωνιάδη

Εκτός από την Ελλάδα και την Αυστραλία, ο Φέρεντς Πούσκας δούλεψε ως προπονητής στην Ισπανία (Χέρκουλες 1967, Αλαβές 1968-1969), στις ΗΠΑ (Γκόλντεν Γκέιτ, 1967-1968), στον Καναδά (Βανκούβερ, 1968), στη Χιλή (Κόλο Κόλο, 1975-1976), στην Εθνική ομάδα της Σαουδική Αραβία (1976-1977), στην Αίγυπτο (Αλ Μασρί, 1979-1982), στην Παραγουάη (Σολ ντε Αμέρικα 1985-1986, Σέρο Πορτένιο 1986-1989). Το 1993 ήταν ίσως η πιο “γλυκιά στιγμή” στα χρόνια ενασχόλησής του με το ποδόσφαιρο. Ο κάποτε διωγμένος Πούσκας επιλέχθηκε ως υπηρεσιακός προπονητής της εθνικής ομάδας της πατρίδας του, στα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1994. Η Ουγγαρία δεν προκρίθηκε, ωστόσο ο ίδιος έγινε και πάλι ο εθνικός ήρωας της χώρας.
Ο Φέρεντς Πούσκας ποτέ δεν έκανε υγιεινή ζωή. Το καλό φαγητό και το αλκοόλ ήταν οι μεγάλες αδυναμίες του. Υπάρχουν αναφορές κατά τα χρόνια της παραμονής του στην Ελλάδα, όπου ο Πούσκας έτρωγε μέχρι και τρία πιάτα φαγητό σε ένα γεύμα. Τα χρόνια που ακολούθησαν μετά την φυγή του από την πατρίδα του το 1956, οι Ούγγροι προπαγανδιστές στηρίχθηκαν σε αυτήν την κατάσταση και δημιούργησαν αρνητικές εντυπώσεις που αφορούσαν ένα χοντρό, μέθυσο ποδοσφαιριστή. Το όνομά του μπορεί να "καθάρισε" όταν επέστρεψε στη χώρα του το 1981, μετά από 25 χρόνια εξορίας, ωστόσο οι κακές του συνήθειές δεν άλλαξαν. Το 2000 οι γιατροί διέγνωσαν πως ο Πούσκας έπασχε από τη νόσο Αλτσχάιμερ. Μέσα σε λίγα χρόνια, δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει ακόμα και παλαιούς συμπαίκτες του, οι οποίοι τον επισκέπτονταν στο σπίτι του στην Ουγγαρία. Τα προβλήματα υγείας πλήθαιναν και κατά συνέπεια το κόστος των θεραπειών. Ο Πούσκας έγινε τραγικός ήρωας, αφού αναγκάστηκε να βγάλει σε δημοπρασία αρκετά από τα υπάρχοντά του, μεταξύ των οποίων και βραβεία που είχε κερδίσει ως ποδοσφαιριστής, για να μπορέσει να εξασφαλίσει χρήματα, αφού η σύνταξη που έπαιρνε από το Ουγγρικό κράτος δεν επαρκούσε. Η Ρεάλ Μαδρίτης είχε βοηθήσει οικονομικά τον πάλαι ποτέ ηγέτη της, ενώ έδωσε και ένα φιλικό παιχνίδι το 2005 στην Ουγγαρία με μικτή ομάδα και τα έσοδα διατέθηκαν στον "Καλπάζων Συνταγματάρχη".
Διακομίστηκε στο νοσοκομείο Γκιόργκι Τζόλοζι της Βουδαπέστης , στις 12 Σεπτεμβρίου του 2006. Νοσηλεύτηκε για πολλές εβδομάδες σε κρίσιμη κατάσταση στη μονάδα εντατικής θεραπείας. Απεβίωσε στις 17 Νοεμβρίου του 2006 από πνευμονία, σε ηλικία 79 ετών. Το φέρετρό του μεταφέρθηκε από το “Στάδιο Φέρενς Πούσκας” (το πρώην "Νέπσταντιον" της Βουδαπέστης είχε πάρει το όνομά του το 2002) στην πλατεία Πλατεία Ηρώων για στρατιωτικό χαιρετισμό. Ένας από τους δρόμους στην πρωτεύουσα της Ουγγαρίας κοντά στο στάδιο Μπόζλικ, μετονομάστηκε σε "Οδός Φέρενς Πούσκας" ακριβώς ένα χρόνο μετά το θάνατό του.
Ανακηρύχθηκε ο Καλύτερος Ούγγρος Ποδοσφαιριστής των τελευταίων 50 ετών από την ποδοσφαιρική ομοσπονδία της χώρας του.
Το 1997 του απονεμήθηκε το Βραβείο Ήθους από την Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή (ΔΟΕ).
Το 1999 έγινε Επίτιμος Πρέσβης του Αθλητισμού της Ουγγαρίας.
Το 2004 τού απονεμήθηκε ο τίτλος «Αθλητής του Έθνους»

Αν και η φιγούρα του δεν ήταν ιδιαίτερα αθλητική καθώς ήταν κοντός και αρκετά ογκώδης, κανείς ποτέ, δεν αμφισβήτησε την αξία αυτού του παίκτη. Ουδέποτε ήταν καλός στις κεφαλιές και σπάνια άγγιζε την μπάλα με το δεξί πόδι. Η μοναδική του όμως, εκρηκτικότητα, το άψογο κοντρόλ, οι εξαιρετικές του ντρίμπλες, οι πάσες του με ακρίβεια εκατοστών, η σπάνια οξυδέρκεια του και το εκπληκτικό αριστερό του σουτ ήταν τα στοιχεία που τον κατατάσσουν στους Μεγάλους του ποδοσφαίρου. Σύμφωνα με την Διεθνή Υπηρεσία Στατιστικής και Ιστορίας του Ποδοσφαίρου (IFFHS), είναι ο τέταρτος καλύτερος ποδοσφαιριστής της Ευρώπης και ο έκτος όλου του κόσμου.

_________________
ProoAcademy
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://prooacademy.forumgreek.com
 
Φέρεντς Πούσκας
Επιστροφή στην κορυφή 
Σελίδα 1 από 1

Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτήΔεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης
ProoAcademy :: ΕΝΟΤΗΤΑ ΑΝΟΙΚΤΗΣ ΣΥΖΗΤΗΣΗΣ :: Ανοικτή Συζήτηση :: Καφενείο :: Ότι Νάναι-
Μετάβαση σε: